«Η παραμονή στην Ευρωζώνη θα είναι σκληρή για κάποια μέλη, αλλά η έξοδος από αυτή είναι πολύ δυσάρεστη μόνο και ως σκέψη.» Με αυτό τον τίτλο, το περιοδικό Economist επιχειρεί να προσεγγίσει τις συνέπειες, που επέφερε το ΕΥΡΩ στις αδύναμες οικονομίες της Ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων και η ελληνική… συνέπειες, που –όπως υποστηρίζει ο συντάκτης του κειμένου– είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν, ακριβώς λόγω της ένταξης στην ΟΝΕ! Ας δούμε, λοιπόν, το σκεπτικό του άρθρου:

Από την έναρξη της ΟΝΕ, οι πέντε χώρες της PIIGS, δηλαδή η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Ελλάδα και η Ισπανία, έχουν υποστεί μια σημαντική επιδείνωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό επιβεβαιώνει μια μη διατηρήσιμη «έκρηξη» στην εσωτερική ζήτηση, αλλά δείχνει επίσης ότι οι τοπικές εταιρίες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τα εισαγόμενα προϊόντα και να πουλήσουν τα δικά τους στο εξωτερικό. Επιπλέον, οι αυξήσεις στους μισθούς τρέχουν πολύ γρηγορότερα από την παραγωγικότητα σε όλες αυτές τις χώρες. Στην Ελλάδα και την Ιρλανδία, τα κέρδη στην παραγωγή ανά εργαζόμενο ήταν σε υγιή επίπεδα, αλλά ο πληθωρισμός των αποδοχών ήταν υψηλός. Το σημαντικότερο, πάντως, ζήτημα ήταν η πενιχρή αύξηση της παραγωγικότητας. Όλες αυτές οι χώρες υποφέρουν όχι μόνο από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, αλλά και από άλλες –ίσως πιο καταστροφικές– δυσλειτουργίες.

Μετά από αυτό το σκεπτικό, ο συντάκτης επικαλείται την περίπτωση της Ελλάδας και της Ιταλίας, όπου τα βάρη του υψηλού δημόσιου χρέους και των χρόνιων ελλειμμάτων προϋπήρχαν κατά πολύ της τρέχουσας κρίσης. «Μια σταθερή συσσώρευση των ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών άφησε την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία με εξωτερικό χρέος από 80-100% του ΑΕΠ τους. Αυτές οι αδυναμίες αποτελούν απειλή για τη σταθερότητα του συνόλου της Ευρωζώνης».

Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, είναι σε ποιο βαθμό αυτές οι ανισορροπίες οφείλονται στο ευρώ; Σύμφωνα με τον ECONOMIST, η πολιτική των επιτοκίων, που εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μπορεί να ήταν η σωστή για την Ευρωζώνη συνολικά, όμως τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλά για την «ασθμαίνουσα» Γερμανία και πολύ χαμηλά για τις «ζωηρότερες» Ελλάδα, Ιρλανδία και Ισπανία.

Γεγονός είναι, σύμφωνα με το περιοδικό, ότι ο βασικός κίνδυνος για τους επενδυτές σε χώρες με υψηλό πληθωρισμό –δηλαδή ότι μια σταθερή απώλεια της εσωτερικής αγοραστικής δύναμης θα υποτιμήσει το νόμισμα– δεν υπάρχει σε μια ζώνη με σταθερή ισοτιμία. «Η μετακίνηση του συναλλαγματικού κινδύνου μέσα από την Ευρωζώνη μας βοηθά να εξηγήσουμε για ποιο λόγο κάποιες χώρες μπορούσαν να διαχειρίζονται ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, όπως το 13% του ΑΕΠ της Ελλάδας».

Ακόμα, πάντως, και αν η Ισπανία και η Ελλάδα δεν είχαν ενταχθεί στο πρώτο κύμα της ΟΝΕ, θα αντλούσαν σημαντικά ξένα κεφάλαια, υποστηρίζει ο συντάκτης του κειμένου, επικαλούμενος τα τεράστια κεφάλαια που εξασφάλισαν οι οκτώ ανατολικές χώρες που έγιναν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004, παρά το γεγονός ότι για τις περισσότερες από αυτές η είσοδος στην Ευρωζώνη ήταν μια μακρινή προοπτική. Σύμφωνα με το άρθρο, τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης τροφοδότησαν μεν την εσωτερική ζήτηση, η σταθερή ανάπτυξη όμως και ο χαμηλός πληθωρισμός στις πλούσιες χώρες ήταν τα στοιχεία που οδήγησαν πολλούς επενδυτές να πάρουν το ρίσκο σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος. Συμπέρασμα;

«Αν η ένταξη στην Ευρωζώνη είναι μόνο μερικώς υπεύθυνη για την «υπερθέρμανση» των οικονομιών της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, θα καταστήσει πολύ δυσκολότερη για αυτές τις χώρες την αντιμετώπιση της απώλειας ανταγωνιστικότητας, που επέφερε».

[via]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s